Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Κι από Δευτέρα δίαιτα....

Δεν ξέρω αν σας το είπα, αλλά αποφάσισα πως, αν και άκρως κιμπάρικη και με πολλαπλές χρήσεις (πχ μαξιλάρι του έρωτα), αποφάσισα πως είναι καιρός να ρίξω λίγο τη μπυροκοιλιά που απέκτησα με μεγάλους κόπους και θυσίες τα τελευταία τέσσερα περίπου χρόνια. Το καλοκαίρι πλησιάζει και είναι καιρός οι καλοσμιλεμένοι, αλαβάστρινοι κοιλιακοί μου που τόσα χρόνια υπολανθάνουν κάτω από ένα αναπαυτικό στρώμα λίπους, να βγουν ξανά στην επιφάνεια.

Γι' αυτό το σκοπό, η ενδεδειγμένη λύση, όλοι θα συμφωνήσετε πως είναι μια πιο ισορροπημένη δίαιτα, απαλλαγμένη από ξύγκια (μιαμ) και αλκοόλες (μιαμ μιαμ), σε συνδυασμό με συστηματική και εντατική αερόβια γυμναστική, πχ jogging. Αυτό νόμιζα κι εγώ μέχρι χτες, κι αυτό είχα ξεκινήσει να κάνω δειλά δειλα (αγόρασα μέχρι και σχετικά αξεσουάρ για motivation), μέχρι που χρειάστηκε να βοηθήσω τη μικρή πολυαγαπημένη μου αδερφούλα σε μια άσκηση θερμοδυναμικής. Το σοκ που υπέστην ήταν τρομακτικό και αναγκάστηκα να αναθεωρήσω όλα όσα πίστευα για τις δίαιτες προηγουμένως. Και εξηγούμαι:

Όπως όλοι λογικά θα γνωρίζετε, ως μία θερμίδα ορίζεται το ποσό της ενέργειας που απαιτείται για να θερμάνουμε ένα γραμμάριο νερού κατά έναν βαθμό Κελσίου. Χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και χωρίς να χρειάζεται κάποιος να έχει περάσει Θεωρία Δικτύων για να έχει εμπειρία από πράξεις, μπορούμε με ασφάλεια να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως, αν ένας άνθρωπος πιεί ένα ποτήρι παγωμένο νερό (περίπου 200gr) και σε θερμοκρασία ας πούμε (χάριν ευκολίας) περίπου 0 °C, τότε χρειάζεται περίπου 200 θερμίδες για να το θερμάνει κατά ένα βαθμό. Για να το φέρει δε στη θερμοκρασία του σώματός του (περίπου 37 °C), απαιτούνται 37 βαθμοί διαφοράς επί 200gr νερού, δηλαδή περίπου 7400 θερμίδες.

Αυτές οι θερμίδες φυσικά που απαιτούνται για τη θέρμανση του νερού (αφού η θερμοκρασία του ανθρωπίνου σώματος πρέπει να παραμείνει σταθερή), προέρχονται από τη μοναδική πηγή ενέργειας του σώματος, που δεν είναι άλλη από την καύση του πλεονάζωντος λιπώδους ιστού.

Ερχόμενοι στα καθ' ημάς, αν πιούμε ένα μεγάλο ποτήρι μπύρας, ας πούμε περίπου 500gr, περίπου στους 0°C, τότε σύμφωνα με τα παραπάνω είναι βέβαιο πως χάνουμε περίπου 18500 θερμίδες. Για να είμαστε βέβαια ακριβοδίκαιοι, θα πρέπει να αφαιρέσουμε και τις 500 περίπου θερμίδες που περιέχει ένα τέτοιο ποτήρι μπύρας, επομένως το τελικό συμπέρασμα είναι πως το ισοζύγιο με ένα παγωμένο ποτήρι μπύρας είναι συνολικά -18000 θερμίδες. Φυσικά όσο πιο παγωμένη είναι η μπύρα, τόσο πιο πολλές θερμίδες χάνουμε. (Κάτι ήξερα τόσα χρόνια που παραπονιόμουν όταν μου έφερναν ζεστή μπύρα)..

Επομένως, αυτός ο τρόπος δίαιτας φαίνεται να είναι πολύ πιο αποτελεσματικός, από το jogging με το οποίο χάνεις περίπου 1000 θερμίδες ανά ώρα. Ακόμη και το σεξ, λυπάμαι που θα το πω, αλλά μόνο με 100 θερμίδες καύσης ανά οργασμό, φαίνεται εντελώς αμελητέο μπροστά στη μπύρα.

Άρα, σύμφωνα με τα παραπάνω, το να χάσει κάποιος βάρος είναι πολύ απλό. Αρκεί να πίνει μεγάλες ποσότητες κρύας μπύρας κι η θερμοδυναμική θ' αναλάβει γι' αυτόν τα υπόλοιπα. Τα πράγματα βέβαια δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνονται, οπότε μη βιάζεστε να ενθουσιαστείτε. Όπως με όλες τις μεγάλες ανακαλύψεις, έτσι και μ' αυτήν, υπάρχουν κάποια μειονεκτήματα που πρέπει να λάβουμε υπ' όψιν μας. Και ξαναεξηγούμαι:

Κάνοντας δίαιτα πίνοντας τη μπυρίτσα σας, μπορεί ξαφνικά να αισθανθείτε μια λιγουρίτσα. Και τι πιο ταιριαστό, από μια λαχταριστή καυτή πίτσα. Η καυτή πίτσα όμως, με τη μεγάλη θερμική της ενέργεια θα μας "φορτώσει" με ένα κάρο άχρηστες θερμίδες. Ο έξυπνος αναγνώστης όμως, κάπου εδώ θα πρέπει να έχει ήδη έτοιμη την προφανή λύση. Που δεν είναι άλλη απ' το να εξισορροπήσουμε τις επιπλέον θερμίδες της καυτής πίτσας με την κατάλληλη ποσότητα επιπλέον κρύας μπύρας.



Από Δευτέρα δίαιτα λοιπόν!



http://akamatos.blogspot.com/

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Οταν την κοινωνία κυβερνανε οι κουράδες

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου grousis@ath.forthnet.gr

Μια κοινωνία στην οποία κυριαρχούν τα καθάρματα, μια κοινωνία που λειτουργεί στη βάση των κίτρινων εκβιασμών, μια κοινωνία στην οποία έχουν ανοίξει οι οχετοί και επιπλέουν οι κουράδες, δεν μπορεί να εξανίσταται όταν κάποιοι την απαρνούνται κάθετα και αντιδρούν σε αυτήν με τα ίδια μέτρα και σταθμά που χρησιμοποιεί η ίδια.

Καθε φορά που έχουμε να κάνουμε με κάποια προσδιοριζόμενη ως τρομοκρατική ενέργεια, σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος από την άκρα δεξιά μέχρι και το μεγαλύτερο τμήμα της εξωκοινοβουλευτικής αριστερας, έρχεται να την καταδικάσει είτε ως στυγνή εγκληματική πράξη του κοινού ποινικού εγκλήματος, είτε ως προβοκατόρικη ενέργεια που στόχο έχει τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης και ταυτόχρονα την ενίσχυση των κατασταλτικών κρατικών μηχανισμών.
Πράγματι η ιστορία της τρομοκρατίας όπως την χαρακτηρίζουν ορισμένοι, ή του αντάρτικου πόλεων κατ’ άλλους, οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι κάθε άλλο παρά μπορεί να αποκλειστεί κατηγορηματικά η εκδοχή, αυτή να υποθάλπεται για να ενισχυθεί η κρατική καταστολή. Ομως, από τη μια όπως αποδεικνύεται από την ιστορική εμπειρία κάθε άλλο παρά είναι βέβαιο ότι το κυνήγι μαγισσών έχει ανάγκη από ζηλωτές για να ενταθεί, και από την άλλη δεν πρέπει να αποκλείεται η εκδοχή η σύγχρονη βαρβαρότητα να γεννά μια μηδενιστική στάση απέναντι στην κυρίαρχη κοινωνική πραγματικότητα και ταυτόχρονα μορφές αντίδρασης απέναντί της που να προσιδιάζουν στις μορφές επιβολής της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων.

Κάτω λοιπόν από τις συνθήκες της ολομέτωπης επίθεσης του κεφαλαίου, μιας στην κυριολεξία βαθύτατα βίαιης επίθεσης, η οποία και πλήττει βάναυσα όλες τις κλασικές ανθρωπιστικές αξίες πάνω στις οποίες στηρίχτηκαν αρχικά οι αστικές επαναστάσεις, είναι αναμενόμενο να υπάρχουν μηδενιστικές και βίαιες, τυφλές αντιδράσεις, πόσω μάλλον όταν η παραδοσιακή αριστερά πασών των αποχρώσεων για διάφορους λόγους δεν είναι ικανή να εμπνεύσει και να οδηγήσει στην οργανωμένη επαναστατική μαζική πάλη σημαντικά τμήματα κυρίως της νεολαίας. Και αυτό συμβαίνει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη και εκδηλώνεται με διάφορες μορφές, από το μουσουλμανικό φονταμενταλισμό μέχρι τα αντάρτικα πόλεων της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας.

Πιο ειδικά, στις αναπτυγμένες δυτικές κοινωνίες, ας θυμηθούμε τι συνέβη πρόσφατα και μάλιστα μαζικά στη γαλλική Γκρενόμπλ, όπου νεαροί πυροβολούσαν στα ίσα αστυνομικούς, ή εδώ και λίγα χρόνια στις λαϊκές γειτονιές του Παρισιού ή ακόμη και κατά το δικό μας Δεκέμβρη.

Οταν κυρίως οι νέοι ζουν μέσα στην ανασφάλεια για το αύριο, όταν το μοναδικό ιδανικό που τους προτείνεται είναι το χρήμα και το κέρδος, όταν στο όνομα αυτού του ιδανικού όλες οι άλλες αξίες καταρρακώνονται, όταν δεν θίγεται μόνον η υλική τους υπόσταση, αλλά ακόμη και το όποιο ηθικό υπόβαθρο το οποίο έστω κατ’ όνομα υποτίθεται ότι ρύθμιζε τις αστικές ανθρώπινες σχέσεις, δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση μια συνολική κάθετη αντίδραση. Το αντίθετο μάλιστα, μια τέτοια κριτική στάση και τούτο πέρα από τις μορφές εκδήλωσής της, είναι μάλλον θετική, ενώ η γενίκευσή της αποτελεί προϋπόθεση της υπέρβασης της υπάρχουσας τάξης.

Από τη σκοπιά τώρα των μορφών αντίδρασης, η αρχή βία στη βία της εξουσίας, ή ακόμη η ευαγγελική αρχή «μάχαιραν έδωκες και μάχαιραν θα λάβεις» (Κατά Ματθαίον ΚΣΤ’) είναι αναμενόμενο να βρίσκει ανταπόκριση κυρίως σε μια μερίδα της νεολαίας. Και όσοι κλαψουρίζουν υποκριτικά για μια τέτοια αντίδραση καλό είναι να τους θυμίσουμε και πάλι ότι πρόκειται για μια αντίδραση στη βαρβαρότητα με βάρβαρες μορφές, ανάλογη με την αντίδραση στην οποία αναφέρεται ο Saint Just, των επαναστατημένων «ξεβράκωτων» κατά των αριστοκρατών, που αφού τους γαλούχησαν οι ίδιοι στην αγριότητα εξανίσταντο όταν την χρησιμοποίησαν εναντίον τους.

Εν προκειμένω συμβαίνει κάτι ανάλογο με αυτό που συνέβη στον Ριγολέτο στην ομώνυμη όπερα του Βέρντι, οπότε και αναφωνεί απευθυνόμενος στους αυλικούς: «Ω άνθρωποι! [...] Εσείς με κάνατε κάθαρμα!» «Αν κακόβουλος είμαι μόνον εσείς είστε η αιτία!».