Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Τι αρνείται η Γερμανία;



του Γιάνη Βαρουφάκη
Όταν το 2003 οι Αμερικανοί εισέβαλαν στο Ιράκ, κυκλοφόρησε το εξής ανέκδοτο: "Σε τι κόσμο ζούμε όταν ο καλύτερος ράπερ είναι λευκός, ο καλύτερος παίκτης του γκολφ μαύρος, οι Άγγλοι άρχισαν να μαγειρεύουν καλά, και οι Γερμανοί δεν θέλουν να πάνε στον πόλεμο;" Επτά χρόνια αργότερα, το ανέκδοτο αυτό γυρνά μπούμερανγκ εναντίον όσων από εμάς γελάσαμε τότε. Βλέπετε το πραγματικό πρόβλημα των ημερών δεν είναι ούτε τα (πράγματι "αμφιλεγόμενα") στατιστικά στοιχεία της Στατιστικής μας Υπηρεσίας, ούτε το (πράγματι ανεπίτρεπτα υψηλό) έλλειμμα του κράτους μας, ούτε οι (πράγματι εγκληματίες) κερδοσκόποι. Το πρόβλημα είναι η άρνηση της Γερμανίας να παίξει ηγεμονικό ρόλο στην Ευρώπη.

Κατ' αρχήν ας διαχωρίσουμε τον αυταρχισμό από την ηγεμονία. Την περασμένη εβδομάδα η κυρία Μέρκελ φέρθηκε αυταρχικά τόσο τον Σαρκοζύ όσο και στον Τρισέ, επιμένοντας στη συμμετοχή του ΔΝΤ στον μηχανισμό διάσωσης της Ελλάδας ως μέσο υπονόμευσης τόσο της Γαλλικής πολιτικής επιρροής όσο και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (τουλάχιστον όσο σε αυτήν δεν προεδρεύει Γερμανός). Εν συντομία, η καγκελάριος της Γερμανίας, κάνοντας χρήση της ισχύος της χώρας της εντός της ευρωζώνης, κινήθηκε αυταρχικά με σκοπό να απορρίψει κάθε πρόταση που στόχο είχε να ωθήσει την Γερμανία στην ανάληψη... ηγεμονικού ρόλου εντός της Ευρωζώνης.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Από το 1947 έως το 2008 η Γερμανία αναπτύσσεται και ξεφεύγει από τις δαγκάνες των οικονομικών κρίσεων στη βάση μιας απλής συνταγής: Νομισματική σταθερότητα και εξαγωγές. Από τη μία η Μπούντεσμπανκ εξασφάλιζε τη σταθερή αξία του μάρκου και από την άλλη τα πλεονάσματα στο εμπορικό ισοζύγιο εξασφάλιζαν την συσσώρευση νέου πλούτου, ο οποίος με έξυπνη αναδιανομή οδηγούσε στην συντήρηση της οικονομικής δραστηριότητας εντός της Γερμανίας. Κι όταν η ύφεση παραμόνευε, η γερμανική βιομηχανία κατάφερνε να αντιδρά αποτελεσματικά δημιουργώντας νέα, καλύτερα προϊόντα τα οποία έφερναν στην χώρα τα επί πλέον κεφάλαια που, με την σειρά τους, φρέναραν τις απολύσεις και την ύφεση.

Όμως, αυτή η συνταγή μπορούσε να εφαρμοστεί μόνον όσο στο διεθνές στερέωμα υπήρχε αρκετή ζήτηση για γερμανικά προϊόντα. Από που προερχόταν αυτή η ζήτηση; Από το 1947 έως το 1960, η ευρεία βάση της ζήτησης ήταν η Ευρώπη - ελέω των ΗΠΑ. Πολλοί από εμάς τους μεγαλύτερους θυμόμαστε στις κουζίνες των σπιτιών μας αθάνατα ψυγεία Siemens, για να μην αναφερθώ στους σκαραβαίους και τις Μερσεντές-ταξί που αντικατέστησαν τα τεράστια αμερικάνικα των πρώτων ετών της δεκαετίας του 50. Πως τα αγόρασαν οι Ελληνες όλα αυτά τα γερμανικά καλούδια; Με την αμερικανική βοήθεια βεβαίως, με το Σχέδιο Μάρσαλ και μια σειρά άλλων μέτρων "δολαριοποίησης" των Ευρωπαϊκών χωρών που εφάρμοσαν οι Αμερικανοί.

Πολύ απλά, οι Αμερικανοί χρηματοδοτούσαν τους Ευρωπαίους έτσι ώστε οι Ευρωπαίοι να αγοράζουν Γερμανικά αγαθά. Παράλληλα, άνοιξαν τις αγορές τους στα Ιαπωνικά αγαθά, ουσιαστικά καταδικάζοντας σε μαρασμό την δική τους βιομηχανία αυτοκινήτων και ηλεκτρονικών προϊόντων. Ουσιαστικά, η Αμερικανική κυβέρνηση αποφάσισε, το 1947, να επιδοτεί μακροπρόθεσμα την Γερμανική και την Ιαπωνική βιομηχανία.

Καλά, εντελώς αφελείς ήταν; Αμερικανάκια; Καθόλου. Απλώς, το 1947 οι ΗΠΑ ανέλαβαν, χωρίς μεγάλο ενθουσιασμό στην αρχή, έναν ηγεμονικό ρόλο στο πλαίσιο του διεθνούς καπιταλισμού μετά την οικονομική κατάρρευση του προηγούμενου ηγεμόνα - της πάλαι ποτέ κραταιάς Βρετανίας. Θεώρησαν ότι το δολάριο χρειάζεται τουλάχιστον άλλα δύο ισχυρά νομίσματα τα οποία, σε περίοδο κρίσης, θα βοηθούσαν στον αποσόβηση των κραδασμών. Ακόμα, πίστευαν ότι ήταν απαραίτητο για τις αμερικανικές εξαγωγές να υπάρχει ανάπτυξη τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Άπω Ανατολή.

Αυτό κράτησε ως το 1971. Εκείνη την χρονιά οι ΗΠΑ, μέσω του Προέδρου Νίξον, αποφάσισαν ότι δεν μπορούν πλέον να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν άμεσα την ζήτηση που κινεί τις Γερμανικές και Ιαπωνικές βιομηχανίες. Ο λόγος δεν είναι ότι άλλαξαν γνώμη αλλά ότι ο πόλεμος του Βιετνάμ από την μία και η υποχώρηση της κερδοφορίας των Αμερικανικών εταιρειών (λόγω της μεγάλης αύξησης της ανταγωνιστικότητας των Γερμανικών και Ιαπωνικών επιχειρήσεων) από την άλλη δημιούργησαν μεγάλο εμπορικό έλλειμμα για τις ΗΠΑ με αποτέλεσμα την κατάρρευση του μεταπολεμικού συστήματος νομισματικών ισοτιμιών (του λεγόμενου Bretton Woods) όπου τα νομίσματα ήταν κλειδωμένα στο δολάριο. Είτε θα άλλαζαν ρώτα είτε η Αμερική θα βούλιαζε, σε μία περίοδο μάλιστα έντονης ψυχροπολεμικής έντασης με την Σοβιετική Ένωση.

Έτσι ξεκίνησε μια νέα, διαφορετική φάση στην μεταπολεμική περίοδο, από τα μέσα της δεκαετίας του 70 έως το επεισοδιακό 2008. Σε τι διέφερε από την προηγούμενη; Εκεί που οι ΗΠΑ χρηματοδοτούσαν τον υπόλοιπο κόσμο (πλην των σοσιαλιστικών χωρών), ξάφνου ο υπόλοιπος κόσμος άρχισε να χρηματοδοτεί τις ΗΠΑ. Όχι με το ζόρι (όπως η Ινδία την Βρετανία επί Αυτοκρατορίας) αλλά εθελοντικά. Πρόκειται για αριστουργηματική σύλληψη: Γερμανικά, Ιαπωνικά και Αραβικά κεφάλαια έρρεαν προς τη Wall Street (περί τα 2 δις δολάρια την ημέρα!) χρηματοδοτώντας τα Αμερικανικά ελλείμματα (τόσο του κράτους των ΗΠΑ όσο και των Αμερικανών πολιτών, ιδίως των ήδη εχόντων). Με την σειρά τους, οι Αμερικανοί χρησιμοποιούσαν τα εισρέοντα κεφάλαια για να αγοράζουν Porsche από τους Γερμανούς, Sony από τους Ιάπωνες και, βέβαια, πετρέλαιο από τους Σαουδάραβες.

Τι ήταν όμως αυτό που έκανε τους "ξένους" να στέλνουν τα χρήματά τους στην Νέα Υόρκη; Η απάντηση είναι σύνθετη και για αυτό θα την συνοψίσω: ο σχετικά χαμηλός πληθωρισμός στις ΗΠΑ και η υψηλή κερδοφορία των αμερικανικών εταιρειών (που σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στους χαμηλούς μισθούς των μέσων αμερικανών). Καθώς διέσχιζαν ως τσουνάμι τον Ειρηνικό και τον Ατλαντικό, ενισχυόμενες από την άνοδο της Κίνας μετά το 1995, οι εισροές κεφαλαίων στην Wall Street έδωσαν στους αμερικανούς τραπεζίτες νέες ιδέες για το πως θα κερδίσουν ακόμα περισσότερα. Τόσα χρήματα πέρναγαν απο τα χέρια τους. Έτσι γεννήθηκαν περίπλοκα παράγωγα που στόχο είχαν ακριβώς αυτό: Πως να αυγατέψουν τις εισροές νέων κεφαλαίων - το ένα δολάριο να γίνει πέντε, έξη ή δέκα.

Κι όταν οι λογιών-λογιών τραπεζίτες μάθανε αυτή την τέχνη, την επέκτειναν με καταπληκτική πανουργία: Χρησιμοποίησαν την τέχνη των παραγώγων για να μετατρέψουν σε κέρδη όχι μόνο το χρήμα των ξένων αλλά και τα χρέη των Αμερικανών, ιδίως των φτωχότερων Αμερικανών, οι οποίοι αναγκάζονταν να δανείζονται για να αγοράζουν σπίτια (των οποίων οι τιμές είχαν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη) και να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο δεδομένων των πολύ χαμηλών τους μισθών. Έτσι φτάσαμε στο σημείο, εν έτει 2007, η αγορά παραγώγων να έχει "αξία" 700 τρις δολάρια όταν το οικουμενικό εισόδημα δεν ξεπερνούσε τα 50 τρις.

Όταν η φούσκα αυτή εξερράγη το 2008, η δεύτερη αυτή φάση του μεταπολεμικού παγκόσμιου καπιταλισμού μας τέλειωσε. Ξάφνου η Γερμανία βρέθηκε προ απροόπτου. Στις δεκαετίες του '70, του '80 και του '90 αποσοβούσε τις κρίσεις δημιουργώντας ένα έντονα πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο με τις ΗΠΑ και τους οικονομικούς δορυφόρους της (π.χ. Βρετανία). Από το 2000 έκανε το ίδιο με την Κίνα, στην οποία πουλούσε ολόκληρα εργοστάσια. Σε πολύ μικρότερο βαθμό, τα δικά μας ελλείμματα μετατρέπονταν κι αυτά σε αγορές από την BMW, την Μερσεντές, αλλά και την Lidl (για να μην αναφέρω, για λόγους τακτ, την Siemens). Μετά όμως το 2008, και την καθίζηση της ζήτησης Γερμανικών αγαθών από τις αγγλοσαξωνικές χώρες, την Ανατολική Ευρώπη και την Κίνα, το Γερμανικό πλεόνασμα βρέθηκε να συμπιέζεται από παντού. Πέρσι, το 2009, το 83% του εμπορικού πλεονάσματος της Γερμανίας το απορροφά η ευρωζώνη.

Αυτό είναι το δράμα μας το Ευρωπαϊκό: την ώρα που Ισπανοί, Πορτογάλοι, Ιταλοί, Βέλγοι και Έλληνες επωμιζόμαστε την διατήρηση των Γερμανικών πλεονασμάτων, εγκαλούμαστε επειδή έχουμε ελλείμματα. Παρατηρήσατε τον λάκκο στην φάβα; Η αριθμητική διδάσκει ότι το πλεόνασμα του ενός, αναγκαστικά, μεταφράζεται σε έλλειμμα για τον άλλον. Μια καθίζηση της ζήτησης σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία κλπ. θα οδηγήσει στην κατάρρευση των Γερμανικών εξαγωγών. Η ελπίδα της κας Μέρκελ είναι ότι η μείωση των μισθών στον Νότο θα ελαττώσει τις εισαγωγές από την Κίνα (που αγοράζουν τα λαϊκά στρώματα) αλλά όχι τις πωλήσεις της Μερσεντές (τις οποίες δεν αγοράζουν οι μισθωτοί). Πρόκειται για σφάλμα.

Το παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από έλλειψη ζήτησης σχεδόν όπως το 1947. Τότε, ένας κόσμος ρημαγμένος από τον πόλεμο δεν είχε χρήματα να αγοράσει τίποτα. Οι ΗΠΑ, θέλοντας και μη, αποφάσισαν να αναλάβουν ηγεμονικό ρόλο. Να ανακυκλώσουν τα πλεονάσματα που τους είχε εξασφαλίσει ο πόλεμος ενεργοποιώντας την πολεμική τους βιομηχανία. Σήμερα, είμαστε ένας κόσμος ρημαγμένος από την καθίζηση του 2008 που άφησε παραδοσιακές πλεονασματικές χώρες όπως η Ιαπωνία, η Κίνα, η Κορέα και η Γερμανία χωρίς αγορές, την ώρα που οι ΗΠΑ, αν και χρηματοδοτούν το παγκόσμιο σύστημα παράγοντας βουνά από εικονικό χρήμα, είναι ανήμπορες πλέον να παράγουν την ζήτηση που θα απορροφήσει την πλεονάζουσα παραγωγή τόσο των αμερικανικών όσο και των ξένων εταιρειών.

Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόσφατη στάση της κυρίας Μέρκελ ερμηνεύεται ως εξής: Σε μια περίοδο που η Γερμανία μπορεί να παίξει, τουλάχιστον εντός της ευρωζώνης, ηγεμονικό ρόλο (αντίστοιχο εκείνου που έπαιξε στο παγκόσμιο στερέωμα η Αμερική το 1947), η κυρία Μέρκελ το αρνείται. Χώνει το κεφάλι στην άμμο και ελπίζει ότι όταν θα το βγάλει, η ζήτηση θα έχει έρθει από κάπου αλλού. Όταν πέρσι τον Απρίλιο ο Πρόεδρος Ομπάμα την συνάντησε μαζί με τον Σαρκοζύ, τους ζήτησε ευθαρσώς να συντονιστούν ώστε ΗΠΑ και ΕΕ, μαζί, να δημιουργήσουν την ζήτηση που θα βγάλει την παγκόσμια οικονομία από την Κρίση, κάτι που αυτόματα θα μείωνε όλα τα ελλείμματα όλων των κρατών. Τι νομίζετε του απάντησε; Οτι αν δεχόταν να κάνει κάτι τέτοιο, θα κινδύνευε η δυνατότητα της Γερμανίας να αυξάνει το εμπορικό της πλεόνασμα σε εποχή κρίσης, καθώς μια συντονισμένη πολιτική ΗΠΑ-ΕΕ εναντίον της Κρίσης μπορεί να έκανε τους Γερμανούς να αγοράσουν πιο πολλά εισαγόμενα! Ο επαρχιωτισμός στην αποθέωσή του.

Ποιος πίστευε ποτέ ότι το πρόβλημα της Ευρώπης θα ήταν η άρνηση της Γερμανίας να παίξει ηγεμονικό ρόλο; Το είδαμε κι αυτό...

Ο Γιάνης Βαρουφάκης διδάσκει οικονομική θεωρία και πολιτική οικονομία στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: